1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (2 Votes)


Νέα εποχή ξεκίνησε για τους ασφαλιζόμενους και τις ασφαλιστικές εταιρείες, με το άρθρο 169 του Νόμου 4261/2014, ο οποίος έφερε σημαντικές τροποποιήσεις στην ασφάλιση.

 

Η προείσπραξη του ασφαλίστρου για την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης, η κατάργηση της αυτόματης ανανέωσης, η κατάργηση του ειδικού καθώς και του προσωρινού σήματος, είναι οι σημαντικότερες από αυτές.

Όσον αφορά τις ανανεώσεις, επισημαίνουμε οτι για να εκδοθούν θα πρέπει να έχει καταβληθεί το ασφάλιστρο πριν από την ημερομηνία λήξης του ασφαλιστηρίου.

 

Καθώς αυτή είναι μια μεγάλη αλλαγή και για τους ασφαλιζόμενους αλλά και ολόκληρη την ασφαλιστική αγορά, είναι πιθανό κάποιες ασφαλιστικές εταιρείες να μην έχουν προλάβει να προσαρμόσουν τα συστήματά τους.

Παρ΄όλα αυτά, είναι σημαντικό να είστε ενήμεροι και σύμφωνοι με τις νέες διατάξεις καθώς ο Νόμος ισχύει και η εποπτική αρχή μπορεί να επιβάλει την άμεση εφαρμογή τους .

 

Διαβάστε παρακάτω όλες τις τελευταίες εξελίξεις ώστε να μην έχετε δυσάρεστες εκπλήξεις!

 

Αναλυτικά:

H νομοθεσία προβλέπει την καταβολή των ολικών ασφαλίστρων του κάθε ασφαλιστηρίου συμβολαίου που αποτελεί πλέον προϋπόθεση για την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης.

 

Συγκεκριμένα ο νόμος αναφέρει ότι:

 

Η ασφαλιστική κάλυψη αρχίζει μόνο με την καταβολή ολόκληρου του οφειλομένου ασφαλίστρου στην Εταιρεία, πριν από την οποία δεν ενεργοποιείται.

 

Καταργείται η προσωρινή ασφάλιση και το ειδικό σήμα ασφάλισης (αυτοκόλλητο σήμα).

 

Αναγνωρίζεται η ηλεκτρονική επικοινωνία (e-mail, sms, fax κ.λπ.) του ασφαλιστή με τον ασφαλισμένο ή τον δικαιούχο αποζημίωσης.

 

Η ασφάλιση δεν ανανεώνεται αυτόματα.

 

Σε όλα όσα θέλετε να ρωτήσετε για την προείσπραξη των ασφαλίστρων απάντησε η Εύα Βαρουχάκη, Επικεφαλής Νομικής Υπηρεσίας και Διεθνών Σχέσεων Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος, στην ημερίδα του ΕΕΑ και της ΕΑΔΕ που πραγματοποιήθηκε στις 18/6 .

Σας τα παραθέτουμε όπως δημοσιεύτηκαν από το next deal στις 19/6/14.

 

Ποια είναι η νομική βάση του κανόνα της προείσπραξης ή πιο σωστά νομικά του κανόνα της καταβολής του ασφαλίστρου πριν από την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης;

 

Η αρχική νομική βάση του κανόνα για την καταβολή του ασφαλίστρου ως προϋπόθεση για την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης βρίσκεται στο άρθρο 6 παρ. 1 του ν.2496/1997 για την ασφαλιστική σύμβαση, το οποίο προβλέπει το εξής:

«Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις».

 

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το άρθρο 5 παρ. 2 π.δ. 237/86 που κωδικοποίησε το ν. 489/76 για την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, όπως τροποποιήθηκε πολύ πρόσφατα από το άρθρο 169 του ν.4261/2014 και το οποίο προβλέπει ότι:

«2. Η κατά το άρθρο 2 ασφαλιστική κάλυψη:

 

Α. Αρχίζει μόνον με την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ασφαλίστρου στον ασφαλιστή, πριν από την οποία απαγορεύεται η παράδοση του ασφαλιστηρίου στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης.»

Ανάλογα με τις προαναφερθείσες νομοθετικές ρυθμίσεις κινείται και η ΤτΕ η οποία προέβλεψε στο άρθρο 8 παρ. 2 της Πράξης 30/30.9.2013 της Εκτελεστικής Επιτροπής της τα ακόλουθα:

«Η ΠΟΔΙΠΕΑ (Πολιτική Διαχείρισης Παραγωγής και Είσπραξης Ασφαλίστρων) περιγράφει τις διαδικασίες και τις πρακτικές που υιοθετεί και εφαρμόζει η Εταιρεία προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το Ασφάλιστρο καταβάλλεται από τον λήπτη της ασφάλισης πριν την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης».

 

Σε τι συνίσταται η υποχρέωση της προείσπραξης;

 

Τόσον ο νομοθέτης όσον και η εποπτική αρχή θεσπίζοντας τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις και το σχετικό κανόνα περί προείσπραξης του ασφαλίστρου έχουν ως στόχο την αποφυγή ανάληψης κινδύνου εκ μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων εφόσον δεν έχει προηγηθεί η είσπραξη του οφειλομένου ασφαλίστρου.

 

Η ασφαλιστική σύμβαση είναι μια αμφοτεροβαρής σύμβαση δημιουργούσα υποχρεώσεις και δικαιώματα και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη.

Ο νομοθέτης δε θέλει τη μονομερή ανάληψη υποχρεώσεων εκ μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, πράγμα που συμβαίνει όταν αυτές αναλαμβάνουν κίνδυνο, χωρίς να έχουν εισπράξει το οφειλόμενο ασφάλιστρο.

Παροχή και αντιπαροχή πρέπει να συγχρονίζονται.

 

Στην περίπτωση της αστικής ευθύνης αυτοκινήτων ο νόμος απαγορεύει επιπλέον την παράδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στον ασφαλισμένο ή το λήπτη της ασφάλισης πριν από την καταβολή ολοκλήρου του οφειλομένου ασφαλίστρου, ενώ συγχρόνως σύμφωνα με την πρόβλεψη της Πράξης 30/30.9.2013 κάθε ασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να διαθέτει καταγεγραμμένες διαδικασίες και πρακτικές με τις οποίες διασφαλίζεται ότι το ασφάλιστρο καταβάλλεται από το λήπτη της ασφάλισης πριν από την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης.

 

Ποιος βαρύνεται με την υποχρέωση της προείσπραξης και των επακόλουθων αυτής;

 

Η υποχρέωση της προείσπραξης βαρύνει όλες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια ασκώντας τον κλάδο ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτου και μάλιστα ανεξαρτήτως του τρόπου είσπραξης των ασφαλίστρων (δηλ. απ’ ευθείας ή μέσω τρίτου προσώπου).

 

Επακόλουθο της υποχρέωσης περί προείσπραξης αποτελεί η απαγόρευση παράδοσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αστικής ευθύνης αυτοκινήτου πριν από την καταβολή ολοκλήρου του οφειλομένου ασφαλίστρου προβλεπομένη από το τροποποιημένο άρθρο 5 παρ. 2 του κ.ν. 489/76.

 

Η υποχρέωση αυτή ισχύει για όλες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο αστικής ευθύνης στην Ελλάδα είτε είναι εγκατεστημένες, είτε λειτουργούν με το καθεστώς της Ελεύθερης Παροχής Υπηρεσιών (Ε.Π.Υ.).

Ως επιπλέον επακόλουθο της προείσπραξης αναφέρεται η σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 της Πράξης 30/30.9.2013 υποχρέωση ύπαρξης καταγεγραμμένων διαδικασιών και πρακτικών με τις οποίες διασφαλίζεται η καταβολή του ασφαλίστρου πριν από την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης. Η υποχρέωση αυτή περιορίζεται όμως στις έχουσες έδρα στην Ελλάδα ασφαλιστικές επιχειρήσεις και συνεταιρισμούς και στα υποκαταστήματα τρίτων χωρών, εξαιρουμένων δηλαδή των υποκαταστημάτων κοινοτικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των δραστηριοποιουμένων με Ε.Π.Υ. ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

 

Για ποιους κλάδους ασφάλισης απαιτείται προείσπραξης του ασφαλίστρου;

 

Η απάντηση είναι σαφής. Η προείσπραξη ισχύει για όλους τους κλάδους ασφάλισης.

Πέραν της ρητής πρόβλεψης για την αστική ευθύνη αυτοκινήτου υπάρχει όπως προαναφέρθηκε η γενική υποχρέωση προκαταβολής του ασφαλίστρου, όπως ρητά προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 1 ν.2496/97.

 

Η δε κανονιστική υποχρέωση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 παρ. 2 της Πράξης 30/30.9.2013 αφορά επίσης όλους τους κλάδους ασφάλισης.

 

Εξαίρεση από τον κανόνα επιτρέπεται μόνον στις περιπτώσεις που προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις.

Η ΤτΕ υπήρξε μάλλον σαφής όταν ερωτήθηκε για το εύρος των εξαιρέσεων. Απάντησε γραπτά ότι «Συνιστάται η αιτιολογημένη και εξαιρετικά περιορισμένη, ποσοτικά και ποιοτικά εφαρμογή του 2ου εδαφίου (σχετικού με τις εξαιρέσεις), ως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της διατάξεως».

Περαιτέρω εξειδίκευση δε θέλησε να κάνει η ΤτΕ, η οποία έτσι διατηρεί το δικαίωμα της αξιολόγησης των προβλεπομένων στην ΠΟΔΙΠΕΑ εξαιρέσεων.

 

Σε ό,τι αφορά ιδιαίτερα τον κλάδο της αστικής ευθύνης αυτοκινήτου για τον οποίο ο κανόνας της προείσπραξης προβλέπεται πλέον ρητά από το νόμο, θα πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες επισημάνσεις:

Ο νόμος αυτός ο οποίος ουδεμία αναφορά κάνει σε εξαιρέσεις από τον κανόνα της προείσπραξης υπερισχύει του ν. 2496/97 (ο οποίος αναφέρεται σε εξαιρέσεις) ως μεταγενέστερος αλλά και ειδικότερος αυτού. Εξ άλλου ως νόμος υπερέχει ούτως ή άλλως έναντι μιάς κανονιστικής διάταξης όπως είναι η Πράξη 30/30.9.2013.

 

Ποιες είναι οι νομικές συνέπειες για το λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο της μη τήρησης του κανόνα της προείσπραξης του οφειλομένου ασφαλίστρου;

 

Η παρά την ύπαρξη της νέας διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 του κ.ν. 489/76 παράδοση ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου αστικής ευθύνης αυτοκινήτου σε λήπτη της ασφάλισης ή ασφαλισμένο πριν την καταβολή ολοκλήρου του οφειλομένου ασφαλίστρου αποτελεί παραβίαση της ασφαλιστικής νομοθεσίας, η οποία επισύρει σοβαρότατες κυρώσεις εις βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης με απώτατη κύρωση την ανάκληση της αδείας λειτουργίας του συγκεκριμένου κλάδου ασφάλισης (άρθρο 38 κ.ν. 489/76).

 

Πέραν αυτού όμως, εις ό,τι αφορά το λήπτη της ασφάλισης ή και τον ασφαλισμένο, ο οποίος παρέλαβε ασφαλιστήριο συμβόλαιο αστικής ευθύνης αυτοκινήτου, χωρίς να έχει καταβάλει το οφειλόμενο ασφάλιστρο θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα.

 Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο αστικής ευθύνης αυτοκινήτου που έχει στην κατοχή του δεν πάσχει από νομική ατέλεια, σε ό,τι αφορά την κάλυψη της ζημιάς τρίτου, οφειλομένης σε ατύχημα που προκάλεσε το συγκεκριμένο όχημα.

 

Η ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία έχει παραδώσει το συγκεκριμένο ασφαλιστήριο συμβόλαιο φέρει ακεραία την ευθύνη έναντι των τρίτων για ατύχημα που θα προκληθεί από το ασφαλιζόμενο όχημα.

 

Για να απαλλαγεί από την ευθύνη η ασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να προβεί κατά την άποψή μου, και ιδίως στην περίπτωση που έχει γίνει ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών του κ.ν. 489/76, σε καταγγελία της σύμβασης με τη γνωστή διαδικασία της συστημένης επιστολής, επικαλούμενη το σπουδαίο λόγο της μη καταβολής του ασφαλίστρου και τάσσουσα προθεσμία τριάντα ημερών για τη συμμόρφωση (δηλ. για την καταβολή του ασφαλίστρου) παρελθούσης της οποίας απράκτου επέρχεται η λύση της συγκεκριμένης σύμβασης (άρθρο 11α παρ. 3 κ.ν. 489/76).

 

Εννοείται ότι εάν εν τω μεταξύ επέλθη η ασφαλιστική περίπτωση, εάν δηλ. προκληθεί ατύχημα, ο τρίτος ζημιωθείς θα αποζημιωθεί και η ασφαλιστική επιχείρηση θα στραφεί αναγωγικά κατά του λήπτη, μόνον εφόσον δεν καταβάλλει τούτος εν τέλει το οφειλόμενο ασφάλιστρο.

 

Αντίθετα, στην περίπτωση ασφαλιστηρίου συμβολαίου οποιουδήποτε άλλου κλάδου ασφάλισης το οποίο θα παραδοθεί στο λήπτη της ασφάλισης πριν από την καταβολή του οφειλομένου ασφαλίστρου, νομίμως η ασφαλιστική επιχείρηση θα μπορεί να επικαλεσθεί την εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 1 ν.2496/97 και κατά συνέπεια τη μη έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης λόγω της μη πληρωμής του
πρώτου ασφαλίστρου.

 

Ποια είναι η έννοια του οφειλομένου ασφαλίστρου;

 

Ο νόμος για την αστική ευθύνη αυτοκινήτου (άρθρο 5 παρ. 2 κ.ν. 489/76) προβλέπει ότι η ασφαλιστική κάλυψη αρχίζει μόνο με την καταβολή ολοκλήρου του οφειλομένου ασφαλίστρου.

 

Ως οφειλόμενο ασφάλιστρο πρέπει να εννοηθεί είτε το εφάπαξ, είτε η πρώτη δόση της τμηματικής καταβολής, όπως προβλέπει και το άρθρο 6 παρ. 1 ν. 2496/97.

 

Με την τροποποίηση του ν. 4261/2014 δεν προκύπτει πρόθεση του νομοθέτη να καταργήσει τις δόσεις στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο της αστικής ευθύνης αυτοκινήτου.

 

Ανάλογη απάντηση έχει δώσει εξ άλλου η ΤτΕ και επ’ αφορμή της έκδοσης των Πράξεων 30 και 31/30.9.2013.

 

Η ύπαρξη δόσεων και η μη καταβολή επόμενης δόσης επηρεάζει απλώς τον τρόπο απαλλαγής της ασφαλιστικής επιχείρησης από το συγκεκριμένο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Όπως προελέχθη θα απαιτηθεί να λάβει χώρα καταγγελία με συστημένη επιστολή, κατ’ εφαρμογήν της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 11α παρ. 3 του κ.ν. 489/76 στην περίπτωση του κλάδου αστικής ευθύνης αυτοκινήτου ή του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 2496/97 για όλους τους λοιπούς κλάδους ασφάλισης.

 

 

Συμπερασματικές εκτιμήσεις, αντί άλλου επιλόγου

 

Η επανάληψη εκ μέρους της εποπτικής αρχής, αλλά και του νομοθέτη της αρχής βάσει της οποίας δεν αρχίζει η ασφαλιστική κάλυψη πριν από την καταβολή του οφειλομένου ασφαλίστρου έχει πολλαπλούς στόχους.

-  Η εποπτική αρχή στοχεύει στην εξασφάλιση της φερεγγυότητας και της αξιοπιστίας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων απαραιτήτων περισσότερο από ποτέ προϋποθέσεων για τη σωστή λειτουργία αυτών εν όψει της εφαρμογής του καθεστώτος Φερεγγυότητας ΙΙ.

 

-  Η καθιέρωση της αρχής ιδιαίτερα για τον κλάδο ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτου οδηγεί αναπόφευκτα στην εξυγίανση του κλάδου και στον περιορισμό των ανεπίτρεπτων επισφαλών απαιτήσεων.

 

-  Ο συνδυασμός της αρχής της προκαταβολής του οφειλομένου ασφαλίστρου και της άμεσης απόδοσης του εισπραχθέντος από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ασφαλίστρου εξυγιαίνει τη σχέση ασφαλιζομένου πελάτη, ασφαλιστικής επιχείρησης και συνεργαζομένου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, επιτρέποντας στα συνεργαζόμενα μέρη να απομονώσουν κάθε μέρος που παραβιάζει τον κανόνα.

 

Απαραίτητη προϋπόθεση όμως της επίτευξης των θετικών αποτελεσμάτων είναι σε κάθε περίπτωση η εφαρμογή των προβλεπομένων ρυθμίσεων και υποχρεώσεων από όλες τις πλευρές χωρίς παρεκκλίσεις ή εκπτώσεις.

 

Διαβάστε την δημοσίευση στο ΦΕΚ εδώ

 

 


Προσθήκη νέου σχολίου